Μετάφραση του "auricolare" σε Ελληνικά
Οι ακουστικό, ακουστικά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "auricolare" σε Ελληνικά.
auricolare
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
ακουστικό
noun neuterAvevo un registratore tascabile e una cosa nell'orecchio, tipo un auricolare.
Είχα ένα μαγνητοφωνάκι και έβαζα ένα ακουστικό στο αφτί.
-
ακουστικά
noun pQuando ho gli auricolari, fai lampeggiare la luce della scrivania.
Όταν φοράω τα ακουστικά, άναψε τη λάμπα του γραφείου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " auricolare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "auricolare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πτερύγιο ωτός · πτερύγιο · πτερύγιο αυτιού
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη