Μετάφραση του "autonomia" σε Ελληνικά

Οι αυτονομία, ανεξαρτησία, αυτοδιοίκηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "autonomia" σε Ελληνικά.

autonomia noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυτονομία

    noun feminine

    Essa facilita il dialogo tra tali parti, nel rispetto della loro autonomia.

    Διευκολύνει τον μεταξύ τους διάλογο, σεβόμενη την αυτονομία τους.

  • ανεξαρτησία

    noun feminine

    L'Istituto dovrebbe avere la massima autonomia nell'adempimento dei propri compiti.

    Το Ινστιτούτο θα πρέπει να έχει τη μεγίστη δυνατή ανεξαρτησία στην εκτέλεση των καθηκόντων του.

  • αυτοδιοίκηση

    noun

    Nel loro nuovo programma politico, i cristiano-democratici svedesi intendono rafforzare e sancire costituzionalmente l' autonomia dei comuni.

    Οι Σουηδοί Χριστιανοδημοκράτες επιδιώκουν με το νέο πρόγραμμα αρχών τους να ενισχύσουν την τοπική αυτοδιοίκηση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ελευθερία
    • Αυτονομία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " autonomia " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "autonomia" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "autonomia" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη