Μετάφραση του "autonomo" σε Ελληνικά

Οι αυτόνομος, αυτόνομη, αυτόνομο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "autonomo" σε Ελληνικά.

autonomo adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυτόνομος

    adjective

    Promuovere un dialogo sociale autonomo, specie a livello aziendale e settoriale, per migliorarne il campo di applicazione.

    Να προωθηθεί αυτόνομος κοινωνικός διάλογος, ειδικότερα στις επιχειρήσεις και σε τομεακό επίπεδο, ώστε να βελτιωθεί η κάλυψή του.

  • αυτόνομη

    adjective

    Questa frase autonoma non deve essere inclusa nell'elenco delle esenzioni.

    Αυτή η αυτόνομη πρόταση δεν θα πρέπει να περιλαμβάνεται στον κατάλογο απαλλαγών.

  • αυτόνομο

    adjective

    Il brevetto comunitario deve possedere un carattere autonomo.

    Το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας πρέπει να έχει αυτόνομο χαρακτήρα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αυτοαπασχολούμενος
    • μεμονωμένος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " autonomo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "autonomo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "autonomo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη