Μετάφραση του "avere" σε Ελληνικά

Οι έχω, είμαι, λαμβάνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "avere" σε Ελληνικά.

avere verb noun masculine γραμματική

Essere in possesso (di un oggetto). [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έχω

    verb

    Hanako ha dimenticato di nuovo il suo ombrello.

    Η Χάνακο έχει ξεχάσει την ομπρέλα της πάλι.

  • είμαι

    verb

    Quando do da mangiare ai poveri, mi chiamano santo. Quando chiedo perché i poveri non hanno da mangiare, mi chiamano comunista.

    Όταν δίνω φαγητό στους φτωχούς, με λένε άγιο. Όταν ρωτάω γιατί είναι φτωχοί, με λένε κομμουνιστή.

  • λαμβάνω

    verb

    A questo proposito i ricorrenti avevano proposto il valore costruito determinato per l'Austria.

    Σχετικά, οι καταγγέλοντες πρότειναν να ληφθεί υπόψη η κατασκευασμένη αξία στην Αυστρία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βρίσκω
    • κατέχω
    • διατηρώ
    • κάνω
    • υπάρχω
    • αποκτώ
    • αποδεικνύω
    • προκαλώ
    • καταναλώνω
    • αρρωσταίνω
    • άγω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " avere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "avere" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "avere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη