Μετάφραση του "ben" σε Ελληνικά
Οι άριστα, ολόκληρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ben" σε Ελληνικά.
ben
adverb
Davanti a cifre o quantità: nientedimeno che, addirittura.
-
άριστα
adjectiveOra, questi due scagnozzi sono riusciti a far fuori agenti della sicurezza altamente addestrati e ben armati.
Αυτοί οι δύο κατάφεραν να βγάλουν από τη μέση ασφάλεια άριστα εκπαιδευμένη.
-
ολόκληρος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ben " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ben" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ζιν ελ Αμπεντίν Μπεν Αλί
-
κατάλληλα μορφοποιημένο
-
Νταβίντ Μπεν Γκουριόν
-
ασφαλώς · βεβαίως · σίγουρα
-
Μπεν Χουρ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη