Μετάφραση του "benefattore" σε Ελληνικά

Οι ευεργέτης, δωρητής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "benefattore" σε Ελληνικά.

benefattore noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευεργέτης

    noun

    A meno che il benefattore non sia qualcuno che vuole far sembrare che sia ancora dietro le sbarre.

    Εκτός αν ο ευεργέτης του είναι κάποιος που θέλει να φαίνεται σαν να'ναι ακόμα φυλακή.

  • δωρητής

    noun

    Io e Carol ci chiedevamo se saresti stato tu l'altro grande benefattore della serata.

    Λέγαμε με την Κάρολ αν θα είσαι ο άλλος μεγάλος αποψινός δωρητής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " benefattore " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "benefattore" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη