Μετάφραση του "beneficio" σε Ελληνικά
Οι όφελος, ωφέλεια, πλεονέκτημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beneficio" σε Ελληνικά.
Vantaggio, tornaconto personale.
-
όφελος
noun neuterAnche i ristoranti, l'assistenza all'infanzia e agli anziani ne beneficerebbero.
Τα εστιατόρια, η κοινωνική προστασία της παιδικής ηλικίας καθώς επίσης και της τρίτης ηλικίας θα έχουν επίσης όφελος.
-
ωφέλεια
noun feminineL’impugnazione avrebbe quindi potuto procurare loro tale beneficio.
Συνεπώς, αυτή είναι η ωφέλεια την οποία θα μπορούσε να τους παράσχει η αίτηση αναιρέσεως.
-
πλεονέκτημα
noun neuterGli utilizzatori del prodotto in questione potrebbero quindi ancora beneficiare di un mercato su cui operano più fornitori.
Συνεπώς, οι χρήστες του υπό εξέταση προϊόντος θα εξακολουθήσουν να απολαύουν του πλεονεκτήματος της ύπαρξης ενός αριθμού προμηθευτών.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " beneficio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "beneficio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κόστος-ωφέλεια
-
επωφελούμαι · κερδίζω
-
ανάλυση κόστους-οφέλους · ανάλυση κόστους-ωφέλειας
-
ανάλυση κινδύνου-οφέλους