Μετάφραση του "benestante" σε Ελληνικά

Οι πλούσιος, λεφτά, πλούτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "benestante" σε Ελληνικά.

benestante adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλούσιος

    adjective masculine

    Noi siamo autonomamente benestanti e passiamo tutto il tempo all'interno della nostra comunita'.

    Είμαστε πλούσιοι και ασχολούμαστε μόνο με τον περιορισμό της κοινότητας.

  • λεφτά

    noun neuter

    Vengono a sapere che un ufficiale morto era benestante, ed ecco neonati spuntare ovunque.

    Μαθαίνουν για έναν νεκρό αξιωματικό με κάποια λεφτά πίσω του και ξαφνικά υπάρχει ένα μωρό σε κάθε γωνία.

  • πλούτος

    noun masculine
  • ευκατάστατος

    adjective

    Devi essere benestante e bello anche in questo tempo.

    Πρέπει να είσαι ευκατάστατος για να σου φέρονται καλά, ακόμα και σ'αυτήν την εποχή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " benestante " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "benestante" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη