Μετάφραση του "beneplacito" σε Ελληνικά

Οι έγκριση, συγκατάθεση, συναίνεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beneplacito" σε Ελληνικά.

beneplacito noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έγκριση

    noun feminine

    Posso licenziare la gente col tuo beneplacito.

    Μπορώ να απολύσω ανθρώπους, υπό την αμέριστη έγκριση σου.

  • συγκατάθεση

    noun feminine

    Determinate decisioni della direzione, come ad esempio l'acquisizione o la cessione di partecipazioni dell'impresa, richiedono il beneplacito del consiglio di amministrazione.

    Διάφορες αποφάσεις της διεύθυνσης, όπως π.χ. η απόκτηση ή πώληση συμμετοχών, απαιτούν τη συγκατάθεση του διοικητικού συμβουλίου.

  • συναίνεση

    noun feminine

    In caso affermativo, lo fa con il beneplacito degli altri Stati membri dell'Unione europea?

    Εάν ναι, έχει λάβει τη ρητή συναίνεση και άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης;

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επιδοκιμασία
    • άδεια
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " beneplacito " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "beneplacito" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη