Μετάφραση του "biscotto" σε Ελληνικά

Οι μπισκότο, παξιμάδι, βούτημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "biscotto" σε Ελληνικά.

biscotto noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπισκότο

    noun neuter masculine

    Come quella volta che hai donato il sangue per un biscotto con scaglie di cioccolato.

    Όπως τότε που έδωσες αίμα για ένα μπισκότο σοκολάτα.

  • παξιμάδι

    noun neuter
  • βούτημα

    noun neuter
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φρυγανιά
    • μπισκοτο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " biscotto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Biscotto
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μπισκότο

    preparazione di cucina e di pasticceria dolce

    Come quella volta che hai donato il sangue per un biscotto con scaglie di cioccolato.

    Όπως τότε που έδωσες αίμα για ένα μπισκότο σοκολάτα.

Φράσεις παρόμοιες με "biscotto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "biscotto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη