Μετάφραση του "biscuit" σε Ελληνικά

Το μπισκότο είναι η μετάφραση του "biscuit" σε Ελληνικά.

biscuit noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπισκότο

    noun neuter

    Beh, so che alla piccola Biscuit di mamma è piaciuto.

    Το Μπισκότο ξέρω ότι το λατρεύει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " biscuit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "biscuit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη