Μετάφραση του "bombola" σε Ελληνικά

Οι φιάλη, δοχείο, δεξαμενή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bombola" σε Ελληνικά.

bombola noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φιάλη

    noun feminine

    Non sostare davanti al foro di uscita della bombola quando si apre la valvola.

    Να μη στέκεται κανείς μπροστά από το στόμιο εξόδου της φιάλης όταν ανοίγεται η βαλβίδα.

  • δοχείο

    noun neuter

    Significa che dev'esserci una bombola o un container da qualche parte.

    Που σημαίνει ότι θα πρέπει να βρούμε κάποιο άδειο δοχείο.

  • δεξαμενή

    noun feminine

    Finisce le bombole d'aria prima che la riusciamo a raggiungere.

    Εκείνη που της τελείωσε το οξυγόνο στην δεξαμενή για καταδύσεις πριν μπορέσουμε να φτάσουμε σ'αυτήν.

  • αεροζόλ

    noun neuter

    Ne consegue che tali lattine hanno un raggio di trasporto minore di quello delle bombole aerosol.

    Συνεπώς, οι αποστολές κουτιών κονσερβών αφορούν μικρότερες αποστάσεις σε σχέση με δοχεία αεροζόλ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bombola " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bombola" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bombola" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη