Μετάφραση του "bomboletta" σε Ελληνικά

Το αεροζόλ είναι η μετάφραση του "bomboletta" σε Ελληνικά.

bomboletta noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αεροζόλ

    noun neuter

    Abbiamo appena sequestrato queste bombolette dal suo laboratorio.

    Κατασχέσαμε αυτά τα δοχεία αεροζόλ από το εργαστήριο της.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bomboletta " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bomboletta" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη