Μετάφραση του "buca" σε Ελληνικά
Οι τρύπα, λακκούβα, τσέπη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "buca" σε Ελληνικά.
buca
noun
verb
feminine
γραμματική
-
τρύπα
noun neuterIl buco è largo.
Η τρύπα είναι ευρεία.
-
λακκούβα
noun feminineMamma, prendi una buca e questo viaggio diventera'facilmente un disastro.
Μαμά, σε μια λακκούβα αν βρεις, θα'χουμε κανά ατύχημα.
-
τσέπη
noun feminineLa tua palla sinistra nella buca d'angolo.
H αριστερή μπάλα στη γωvιακή τσέπη.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- θυλάκιο
- βαθούλωμα
- κοιλότητα εδάφους
- τρύπα του γκολφ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " buca " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "buca" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Τρύπα του όζοντος · τρύπα του όζοντος
-
αστρική μαύρη τρύπα
-
Άσπρη τρύπα
-
άνοιγμα · γούβα · κενό · λάκκος · οπή · στοματική κοιλότητα · τρύπα
-
διαπερνώ · διατρυπώ · διεισδύω · τορέω · τρυπώ
-
άπλυτα · μπουγάδα · πλύσιμο
-
ξεφούσκωτος
-
υποβολείο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη