Μετάφραση του "bucato" σε Ελληνικά
Οι άπλυτα, μπουγάδα, πλύσιμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bucato" σε Ελληνικά.
bucato
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
-
άπλυτα
Noun n-pHo fatto tutto il bucato e l'ho anche piegato.
Έκανα όλα τα άπλυτα και τα ταξινόμησα κατάλληλα.
-
μπουγάδα
noun feminineC'era anche il suo bucato e il letto era fatto, e lei non rifa mai il suo letto.
Η μπουγάδα ήταν εκεί και το κρεβάτι στρωμένο.
-
πλύσιμο
noun neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bucato " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "bucato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Τρύπα του όζοντος · τρύπα του όζοντος
-
αστρική μαύρη τρύπα
-
Άσπρη τρύπα
-
άνοιγμα · γούβα · κενό · λάκκος · οπή · στοματική κοιλότητα · τρύπα
-
βαθούλωμα · θυλάκιο · κοιλότητα εδάφους · λακκούβα · τρύπα · τρύπα του γκολφ · τσέπη
-
διαπερνώ · διατρυπώ · διεισδύω · τορέω · τρυπώ
-
ξεφούσκωτος
-
υποβολείο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη