Μετάφραση του "cala" σε Ελληνικά
Οι ορμίσκος, κολπίσκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cala" σε Ελληνικά.
cala
noun
verb
feminine
γραμματική
-
ορμίσκος
είδος μικρού όρμου
-
κολπίσκος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cala " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "cala" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εισβολή · επιθετικότητα · κατάβαση · κατηφόρα
-
βυθίζομαι · δύω · κατεβαίνω · λιγοστεύω · μειώνομαι
-
πτώση τάσης
-
πέφτω κατακόρυφα
-
έλλειμμα - φύρα · απώλεια · ελάττωση · κάμψη · μείωση · πέσιμο · πτώση · συρρίκνωση
-
πέφτω κατακόρυφα
-
πέφτω κατακόρυφα
-
ελαττώνω · μειώνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη