Μετάφραση του "calare" σε Ελληνικά
Οι λιγοστεύω, μειώνομαι, κατεβαίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "calare" σε Ελληνικά.
calare
verb
γραμματική
(Di una quantità) diminuire, diventare di meno.
-
λιγοστεύω
verb(Di una quantità) diminuire, diventare di meno.
-
μειώνομαι
verb(Di una quantità) diminuire, diventare di meno.
-
κατεβαίνω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- βυθίζομαι
- δύω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " calare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "calare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εισβολή · επιθετικότητα · κατάβαση · κατηφόρα
-
πτώση τάσης
-
πέφτω κατακόρυφα
-
κολπίσκος · ορμίσκος
-
έλλειμμα - φύρα · απώλεια · ελάττωση · κάμψη · μείωση · πέσιμο · πτώση · συρρίκνωση
-
πέφτω κατακόρυφα
-
πέφτω κατακόρυφα
-
ελαττώνω · μειώνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη