Μετάφραση του "cammino" σε Ελληνικά

Οι δρόμος, μονοπάτι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cammino" σε Ελληνικά.

cammino noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δρόμος

    noun masculine

    Tuttavia, è la globalità delle disposizioni che occorre prendere in considerazione per misurare il cammino percorso.

    Ωστόσο, πρέπει να λάβουμε υπόψη το σύνολο των διατάξεων για να υπολογίσουμε τον δρόμο που έχουμε διανύσει.

  • μονοπάτι

    noun neuter

    Nel mio sogno, ho visto i nuovi compagni percorrendo il cammino e divertendosi.

    Στο όνειρό μου είδα οι καινούριοι σύντροφοι άρχισαν να περπατούν στο μονοπάτι και τα περνούσαν μια χαρά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cammino " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "cammino"

Φράσεις παρόμοιες με "cammino" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βαδίζω · πάω · περίπατος · περπατάω-ώ · περπατώ · πηγαίνω
  • βάδισμα · βήμα · βηματισμός · περίπατος · περπάτημα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cammino" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη