Μετάφραση του "cesello" σε Ελληνικά

Οι σκαρπέλο, κοπτήρας, σμίλη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cesello" σε Ελληνικά.

cesello noun verb masculine γραμματική

L'arte di incidere e scolpire i metalli con uno scalpello.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκαρπέλο

    noun neuter
  • κοπτήρας

    noun
  • σμίλη

    noun
  • κοπίδι

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cesello " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "cesello"

Φράσεις παρόμοιες με "cesello" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cesello" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη