Μετάφραση του "cespite" σε Ελληνικά
Οι προσόν, πόρος, ιδιοκτησία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cespite" σε Ελληνικά.
cespite
noun
masculine
γραμματική
-
προσόν
noun -
πόρος
noun masculine -
ιδιοκτησία
noun feminine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πάγιο
- Περιουσιακό στοιχείο
- έσοδα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cespite " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη