Μετάφραση του "cessazione" σε Ελληνικά
Οι διακοπή, σταμάτημα, ανάπαυλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cessazione" σε Ελληνικά.
cessazione
noun
feminine
γραμματική
-
διακοπή
noun feminineLa cessazione della produzione nel 2005 non significa tuttavia che non saranno più concessi aiuti dopo questa data.
Η διακοπή της παραγωγής το 2005 δεν σημαίνει εντούτοις ότι δεν θα χορηγούνται ενισχύσεις πέραν αυτής της ημερομηνίας.
-
σταμάτημα
nounOrdine di cessazione delle attività, di sequestro e d'ispezione.
Σταμάτημα εργασιών, κατάσχεση του κτιρίου και διαταγή έρευνας.
-
ανάπαυλα
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αναβολή
- άκρη
- παύση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cessazione " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "cessazione"
Φράσεις παρόμοιες με "cessazione" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παύση δραστηριότητας
-
παύση πληρωμών
-
λύση της σχέσεως εργασίας
-
παύση γεωργικής εκμετάλλευσης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη