Μετάφραση του "cinico" σε Ελληνικά

Οι κυνικός, Κυνικοί φιλόσοφοι, ωμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cinico" σε Ελληνικά.

cinico adjective noun masculine γραμματική

Inclinato a credere il peggio delle persone.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κυνικός

    noun masculine

    Inclinato a credere il peggio delle persone.

    Io e il dottor Johnson non siamo cinici.

    O Δρ. Tζόνσον κι εγώ δεν είμαστε κυνικοί.

  • Κυνικοί φιλόσοφοι

  • ωμός

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cinico " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cinico" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη