Μετάφραση του "cinismo" σε Ελληνικά
Οι κυνισμός, Κυνισμός, Κυνικοί φιλόσοφοι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cinismo" σε Ελληνικά.
cinismo
noun
masculine
γραμματική
-
κυνισμός
noun masculineIl cinismo di un eterno Repubblicano che cambia partito prima di candidarsi.
Ο κυνισμός ενός Ρεπουμπλικάνου που αλλάζει κόμμα πριν την υποψηφιότητά του.
-
Κυνισμός
Il cinismo, il manto con cui presentiamo la nostra indierenza e nascondiamo i sentimenti.
Κυνισμός, ο μανδύας που κρύβει το ανθρώπινο αίσθημα.
-
Κυνικοί φιλόσοφοι
scuola filosofica
-
κυνικοί φιλόσοφοι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cinismo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη