Μετάφραση του "cogliere" σε Ελληνικά

Οι πιάνω, μαζεύω, δρέπω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cogliere" σε Ελληνικά.

cogliere verb γραμματική

Assimilare il significato di qualcosa. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πιάνω

    verb

    Li hanno colti alla sprovvista e ora chiedono rinforzi.

    Δηλαδή πιάστηκαν στον ύπνο και εκλιπαρούν για βοήθεια.

  • μαζεύω

    verb

    Dice che possiamo andare a cogliere le fragole.

    Είπε να πάμε στον κήπο να μαζέψουμε μόνοι μας τα βατόμουρα.

  • δρέπω

    verb

    allora non può cogliere i benefici della cooperazione

    τότε δεν μπορεί να δρέψει τους καρπούς της συνεργασίας

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαλέγω
    • συγκεντρώνω
    • εκπλήσσω
    • κάνω έκπληξη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cogliere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "cogliere" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • πανικοβάλλομαι
  • θέρος · θερισμός
  • διαβασμένος · καλλιεργημένος · μορφω · μορφωμένος · πολυμαθής
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cogliere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη