Μετάφραση του "colto" σε Ελληνικά

Οι διαβασμένος, μορφωμένος, πολυμαθής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "colto" σε Ελληνικά.

colto adjective verb masculine γραμματική

Culturalmente ricco, bene istruito.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαβασμένος

    Sai, Gershon, questo giovanotto e'davvero molto colto, ma non sa nulla della vita reale.

    Ξέρεις, Γκέρσον, αυτός ο άντρας είναι πολύ διαβασμένος, αλλά δεν ξέρει τίποτε για την αληθινή ζωή.

  • μορφωμένος

    adjective

    E poi, al confronto di questa gente, tu sei colto.

    Επιπλέον, σε σχέση με αυτούς τους ανθρώπους είσαι μορφωμένος.

  • πολυμαθής

    adjective m;f

    Ogni pallone gonfiato che vuole passare per colto ha una libreria piena di libri mai letti.

    Κάθε ξιπασμένος που θέλει να περνιέται για πολυμαθής γεμίζει τα ράφια του με αδιάβαστα βιβλία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μορφω
    • καλλιεργημένος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " colto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "colto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • πανικοβάλλομαι
  • διαλέγω · δρέπω · εκπλήσσω · κάνω έκπληξη · μαζεύω · πιάνω · συγκεντρώνω
  • θέρος · θερισμός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "colto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη