Μετάφραση του "combattente" σε Ελληνικά

Οι μαχητής, ψευτομαχητής, μάχιμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "combattente" σε Ελληνικά.

combattente adjective noun verb masculine feminine γραμματική

Una persona che lotta usando la forza fisica o le armi.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαχητής

    noun masculine

    Toyne era un buon combattente, ma peccava di resistenza.

    Καλός μαχητής ο Τόυν, αλλά δεν είχε αντοχές.

  • ψευτομαχητής

    noun masculine
  • μάχιμος

    Sono rimasti circa trenta uomini in grado di combattere, più quelli di Julius.

    Απέμειναν κάπου 30 μάχιμοι άνδρες κι έχουμε κι αυτούς του Τζούλιους.

  • αγωνιστής

    noun masculine

    Dice di essere un combattente per la liberta'dalla Romania.

    Ισχυρίζεται πως είναι αγωνιστής της ελευθερίας από τη Ρουμανία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " combattente " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Combattente
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μαχητής

Εικόνες με "combattente"

Φράσεις παρόμοιες με "combattente" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αντιστασιακός
  • μάχονται
  • αγωνίζομαι · αντιμάχομαι · αντιπαλεύω · αντιτίθεμαι · καταπολεμώ · μάχομαι · μαλώνω · πάλη · παλεύω · πολεμώ · τσακώνομαι
  • παλαιός πολεμιστής
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "combattente" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη