Μετάφραση του "combattere" σε Ελληνικά

Οι πολεμώ, μάχομαι, παλεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "combattere" σε Ελληνικά.

combattere verb γραμματική

Lottare; cercare di ottenere la vittoria. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πολεμώ

    verb

    I soldati combatterono coraggiosamente.

    Οι στρατιώτες πολέμησαν γενναία.

  • μάχομαι

    verb

    Ha affermato tra l'altro che continueranno a combattere nel resto del paese.

    Έχει δηλώσει, μεταξύ άλλων, ότι οι δυνάμεις της θα συνεχίσουν να μάχονται στην υπόλοιπη χώρα.

  • παλεύω

    verb

    Mi hai insegnato come combattere di nuovo, e andro'a casa e combattero'questa cosa.

    Moυ έμαθες vα παλεύω ξαvά και θα γυρίσω σπίτι και θα πoλεμήσω αυτό τo πράγμα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τσακώνομαι
    • καταπολεμώ
    • αγωνίζομαι
    • μαλώνω
    • αντιπαλεύω
    • πάλη
    • αντιτίθεμαι
    • αντιμάχομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " combattere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "combattere"

Φράσεις παρόμοιες με "combattere" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "combattere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη