Μετάφραση του "compensato" σε Ελληνικά

Το αντικολλητό ξύλο είναι η μετάφραση του "compensato" σε Ελληνικά.

compensato adjective noun verb masculine γραμματική

Materiale da costruzione costituito da fibre compresse.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αντικολλητό ξύλο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " compensato " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "compensato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αντικολλητό ξύλο
  • αμοιβή · ανταμοιβή · αποζημίωση · μισθός · πληρωμή
  • αντισταθμίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "compensato" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη