Μετάφραση του "compera" σε Ελληνικά

Οι αγορά, προμήθεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "compera" σε Ελληνικά.

compera noun verb feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγορά

    noun

    Ottenere, acquistare o comperare sostanze attive da fabbricanti, importatori o altri distributori.

    Λήψη, απόκτηση ή αγορά δραστικών ουσιών από τους παρασκευαστές, εισαγωγείς ή άλλους διανομείς.

  • προμήθεια

    Noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " compera " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "compera" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "compera" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη