Μετάφραση του "complottare" σε Ελληνικά

Οι συνωμοτώ, μηχανορραφώ, σκευωρώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "complottare" σε Ελληνικά.

complottare verb γραμματική

Ordire intrighi subdolamente.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνωμοτώ

    verb

    Io sono stato accusato di complottare contro il mio Paese.

    Με κατηγόρησαν πως συνωμοτώ ενάντια στην πατρίδα μου.

  • μηχανορραφώ

    verb
  • σκευωρώ

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " complottare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "complottare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "complottare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη