Μετάφραση του "componente" σε Ελληνικά

Οι στοιχείο, συστατικό, μέλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "componente" σε Ελληνικά.

componente adjective noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στοιχείο

    noun neuter

    Inoltre, la componente principale della democrazia è la totale separazione tra autorità politica e militare.

    Εξάλλου, κύριο στοιχείο της δημοκρατίας είναι και ο πλήρης διαχωρισμός της πολιτικής από την στρατιωτική εξουσία.

  • συστατικό

    noun neuter

    Lo scambio di buone pratiche è una componente indispensabile del processo destinato ad accrescere la coesione sociale.

    Η ανταλλαγή καλών πρακτικών είναι απαραίτητο συστατικό της διαδικασίας που πρέπει να οδηγήσει στην πρόοδο της κοινωνικής συνοχής.

  • μέλος

    noun neuter

    La Commissione nomina il presidente e il vicepresidente di ciascun gruppo di esperti tra i componenti dello stesso.

    Η Επιτροπή διορίζει τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο κάθε μίας από τις ομάδες εμπειρογνωμόνων μεταξύ των μελών τους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εξάρτημα
    • μονάδα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " componente " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "componente" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "componente" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη