Μετάφραση του "compressore" σε Ελληνικά

Οι συμπιεστής, οδοστρωτήρας, Αεροσυμπιεστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "compressore" σε Ελληνικά.

compressore adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμπιεστής

    noun

    Il compressore all'esame deve essere riscaldato e deve operare in condizioni stabili come per il funzionamento continuato.

    Ο υπό δοκιμή συμπιεστής προθερμαίνεται και λειτουργεί υπό σταθερές συνθήκες όπως συμβαίνει κατά τη συνεχή λειτουργία.

  • οδοστρωτήρας

    noun masculine

    La macchina si mette in moto, il rullo compressore avanza e schiaccia tutto ciò che si trova dinnanzi.

    Ο μηχανισμός λειτουργεί, ο οδοστρωτήρας προχωρά και συνθλίβει ό, τι βρίσκει στον δρόμο του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " compressore " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Compressore
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αεροσυμπιεστής

    compressore d’aria per i freni, compressore del servosterzo, compressore delle sospensioni

    Αεροσυμπιεστής για συμπιεστή του συστήματος ανάρτησης των φρένων του υποβοηθούμενου συστήματος διεύθυνσης

Φράσεις παρόμοιες με "compressore" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "compressore" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη