Μετάφραση του "compromesso" σε Ελληνικά

Οι συμβιβασμός, συμφωνία, συνεννόηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "compromesso" σε Ελληνικά.

compromesso adjective noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμβιβασμός

    masculine

    Ritengo che la relazione dell'onorevole Trautmann rappresenti una posizione equilibrata e appoggio gli emendamenti di compromesso proposti.

    Θεωρώ ότι η έκθεση της κ. Trautmann αποτελεί μια ισορροπημένη θέση και στηρίζω τις προτεινόμενες τροπολογίες συμβιβασμού.

  • συμφωνία

    noun feminine

    Hai ottenuto un buon compromesso per Nina, rilasciata sotto la tua custodia, niente accuse.

    Καλή συμφωνία για την Νίνα, ελευθερώθηκε υπό την προστασία σου, χωρίς κατηγορίες.

  • συνεννόηση

    noun

    Trovare un compromesso significa arrivare a un'intesa reciproca su questioni complesse.

    Σε συμβιβασμούς καταλήγουμε όταν χρειάζεται να έρθουμε σε συνεννόηση για δύσκολα θέματα.

  • Συμβιβασμός

    Ritengo che la relazione dell'onorevole Trautmann rappresenti una posizione equilibrata e appoggio gli emendamenti di compromesso proposti.

    Θεωρώ ότι η έκθεση της κ. Trautmann αποτελεί μια ισορροπημένη θέση και στηρίζω τις προτεινόμενες τροπολογίες συμβιβασμού.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " compromesso " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "compromesso" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "compromesso" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη