Μετάφραση του "comune" σε Ελληνικά

Οι δήμος, κοινός, κοινότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "comune" σε Ελληνικά.

comune adjective noun masculine feminine γραμματική

Qualcosa che è normale o ben conosciuto. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δήμος

    noun masculine

    διοικητική διαίρεση

    Il comune calcola tuttavia che il valore dell'opzione supera quasi certamente il costo dell'investimento.

    Εντούτοις, ο δήμος εκτιμά ότι η αξία του δικαιώματος προαίρεσης με εύλογη βεβαιότητα υπερβαίνει το κόστος της επένδυσης.

  • κοινός

    adjective masculine

    La vendita sottolinea la volontà comune di ristrutturare la banca a lungo termine.

    Η πώληση υπογραμμίζει την κοινή βούληση για εντατική αναδιάρθρωση της τράπεζας.

  • κοινότητα

    noun feminine

    διοικητική υποδιαίρεση

    I costi del riciclo saranno a carico del comune o dei produttori.

    Το κόστος της ανακύκλωσης επιβαρύνει είτε τις τοπικές κοινότητες είτε τους κατασκευαστές.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δημαρχία
    • κοινόχρηστος
    • συνηθισμένος
    • δημαρχείο
    • Κοινό
    • συλλογικός
    • συντονισμένος
    • κωμόπολη
    • συνδυασμένος
    • ορτύκι
    • δήμοι και κοινότητες
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " comune " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Comune proper feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Δήμος

    proper

    2. se il Comune di Pistoia ha ottenuto dei finanziamenti per tali progetti;

    2. εάν ο Δήμος Pistoia έλαβε χρηματοδοτήσεις για τα σχέδια αυτά·

Εικόνες με "comune"

Φράσεις παρόμοιες με "comune" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "comune" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη