Μετάφραση του "contendente" σε Ελληνικά

Το διαγωνιζόμενος είναι η μετάφραση του "contendente" σε Ελληνικά.

contendente adjective noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαγωνιζόμενος

    noun

    I contendenti si fasciavano i pugni con strisce di cuoio rigido appesantite da micidiali inserti metallici.

    Οι διαγωνιζόμενοι είχαν τυλιγμένες τις γροθιές τους με λουριά από σκληρό δέρμα εφοδιασμένα με φοβερές μεταλλικές προεξοχές.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " contendente " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "contendente" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ανταγωνίζομαι · μαλώνω · τσακώνομαι · φιλονικώ
  • αντιλογία · αντιπαράθεση · διαφωνία · καβγάς · καυγάς · λογομαχία · τσακωμός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "contendente" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη