Μετάφραση του "contendere" σε Ελληνικά

Οι ανταγωνίζομαι, μαλώνω, τσακώνομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "contendere" σε Ελληνικά.

contendere verb γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανταγωνίζομαι

    verb

    Anzitutto, le banche si contendono una massa limitata di depositi.

    Πρώτον, οι τράπεζες ανταγωνίζονται για μια πεπερασμένη ποσότητα καταθέσεων.

  • μαλώνω

    verb
  • τσακώνομαι

    verb
  • φιλονικώ

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " contendere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "contendere" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διαγωνιζόμενος
  • αντιλογία · αντιπαράθεση · διαφωνία · καβγάς · καυγάς · λογομαχία · τσακωμός
  • διαγωνιζόμενος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "contendere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη