Μετάφραση του "continuamente" σε Ελληνικά

Οι συνεχώς, διαρκώς, συνέχεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "continuamente" σε Ελληνικά.

continuamente adverb

Prolungato durante un certo periodo o regolarmente ad intervalli fissati.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνεχώς

    adverb

    Mi preoccupo continuamente per farti iscrivere in una buona scuola.

    Ανησυχώ συνεχώς γιατί θέλω να σε γράψω σε ένα καλό σχολείο.

  • διαρκώς

    adverb

    Sono le normative nazionali che devono piuttosto soddisfare continuamente e pienamente le prescrizioni della direttiva.

    Τουναντίον, οι εθνικές ρυθμίσεις πρέπει να τηρούν διαρκώς και απολύτως τις επιταγές της οδηγίας.

  • συνέχεια

    noun

    Si rompono i denti continuamente e non gli interessa farseli risistemare.

    Βγαίνουν τα δόντια τους συνέχεια και δεν ενδιαφέρονται να τα φτιάξουν.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " continuamente " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "continuamente" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "continuamente" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη