Μετάφραση του "controllare" σε Ελληνικά

Οι ελέγχω, επιθεωρώ, παρακολουθώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "controllare" σε Ελληνικά.

controllare verb γραμματική

Esercitare influenza su (qualcosa o qualcuno), suggerire o ordinare il comportamento di. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ελέγχω

    verb

    E'chiaro che ha la possibilità di controllare il satellite.

    Προφανώς ελέγχει εξοπλισμό ικανό να κοντρολάρει τον δορυφόρο.

  • επιθεωρώ

    verb

    Esaminare con attenzione.

    Capitano, ho speso gli ultimi 20 anni a controllare quell'uovo.

    Κυβερνήτη, επιθεωρώ το Αυγό τα τελευταία 20 χρόνια.

  • παρακολουθώ

    verb

    Le parti propongono inoltre di incaricare un amministratore fiduciario di controllare l'adempimento degli impegni.

    Τα μέρη προτείνουν επίσης να προβλεφθεί ένας διαχειριστής που θα παρακολουθεί την υλοποίηση των δεσμεύσεων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τσεκάρω
    • επιβλέπω
    • επιταγή
    • επαληθεύω
    • περιμένω
    • αναμένω
    • έλεγχος
    • εξασφαλίζω
    • εξακριβώνω
    • περιορίζω
    • διατάζω
    • σιγουρεύω
    • παρατηρώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " controllare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "controllare"

Φράσεις παρόμοιες με "controllare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "controllare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη