Μετάφραση του "convenienza" σε Ελληνικά
Οι ευκολία, όφελος, κέρδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "convenienza" σε Ελληνικά.
Adeguatezza a una circostanza o situazione particolare.
-
ευκολία
feminineUno psicopatico senza veri legami umani, tranne quelle finte che mantiene per convenienza.
Έναν ψυχοπαθή χωρίς ανθρώπους γύρω του, εκτός της μάσκας που διατηρεί για ευκολία.
-
όφελος
noun neuterLa cooperazione contemplata dal presente accordo contribuisce, su una base di reciproca convenienza, al miglioramento della sicurezza nucleare.
Η συνεργασία στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας, με βάση το αμοιβαίο όφελος, συμβάλλει στη βελτίωση του επιπέδου της πυρηνικής ασφάλειας.
-
κέρδος
noun neuterLa ridotta convenienza economica delle catture realizzate con questo sistema di pesca fa sì che gli ammortamenti siano troppo lunghi.
Το μειωμένο κέρδος από τα αλιεύματα με τη μέθοδο αυτή παρατείνει υπερβολικά το χρόνο απόσβεσης.
-
ωφέλεια
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " convenienza " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate