Μετάφραση του "convenuto" σε Ελληνικά

Οι συμφωνία, διακανονισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "convenuto" σε Ελληνικά.

convenuto verb masculine γραμματική

Participio passato di convenire.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμφωνία

    noun feminine

    Altre riunioni possono essere tenute alle date reciprocamente convenute.

    Κατόπιν αμοιβαίας συμφωνίας, είναι δυνατή η πραγματοποίηση και άλλων συνεδριάσεων.

  • διακανονισμός

    noun

    Nel corso dei suddetti negoziati, le due parti hanno convenuto quanto segue: 1.

    1. Ο παρών διακανονισμός αφορά:

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " convenuto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "convenuto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • (απρόσωπο) πρέπει - χρειάζεται - ταιριάζει - συμφέρει · αξίζω - συμφέρω · αποδέχομαι - παραδέχομαι - συμφωνώ · εγκαλώ - ενάγω · μαζεύομαι - συγκεντρώνομαι · μαζεύω · συμφέρω · συμφωνώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "convenuto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη