Μετάφραση του "convivente" σε Ελληνικά

Το σύντροφος είναι η μετάφραση του "convivente" σε Ελληνικά.

convivente noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύντροφος

    noun m;f

    Numero di coniugi e di conviventi che beneficiano dell'intervento

    Αριθμός των συζύγων και των συντρόφων που επωφελούνται από την πράξη

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " convivente " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "convivente" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ζω · συγκατοικώ · συζώ · συμβιώνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "convivente" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη