Μετάφραση του "convivere" σε Ελληνικά

Οι ζω, συζώ, συγκατοικώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "convivere" σε Ελληνικά.

convivere verb γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ζω

    verb

    E'solo qualcosa con la quale tutti dobbiamo convivere, no?

    Πρέπει να ζούμε με αυτό, δεν γίνεται αλλιώς.

  • συζώ

    verb

    Ed ho iniziato a convivere con un uomo con cui non sono sposata.

    Ξεκίνησα να συζώ με έναν άντρα με τον οποίο δεν είμαι παντρεμένη.

  • συγκατοικώ

    verb

    All'improvviso ho una relazione e convivo con un uomo, ma devo ancora comportarmi come al primo appuntamento.

    Είμαι ξαφνικά σε σχέση που συγκατοικώ, αλλά φέρομαι σαν στο πρώτο ραντεβού.

  • συμβιώνω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " convivere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "convivere" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "convivere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη