Μετάφραση του "corpulento" σε Ελληνικά
Οι παχύσαρκος, εύσωμος, εύσαρκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "corpulento" σε Ελληνικά.
corpulento
adjective
masculine
γραμματική
-
παχύσαρκος
adjective -
εύσωμος
Il gentiluomo corpulento con le carote a bastoncino, o l'afro-americano che ha divorato i miei nachos?
Ο εύσωμος με τα καροτάκια, ή ο μαυρούκος που έφαγε τα νάτσος μου;
-
εύσαρκος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " corpulento " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "corpulento" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παχύσαρκος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη