Μετάφραση του "corporeo" σε Ελληνικά
Οι σωματικός, υλικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "corporeo" σε Ελληνικά.
corporeo
adjective
masculine
γραμματική
-
σωματικός
adjective masculineHo gia'dato a quella ragazza abbastanza dei miei preziosi fluidi corporei.
Έχω ήδη δώσει σε αυτή την κοπέλα, αρκετά από τα πολύτιμα σωματικά μου υγρά.
-
υλικός
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " corporeo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "corporeo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Σωματικά υγρά
-
Θερμοκρασία σώματος · θερμοκρασία σώματος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη