Μετάφραση του "corridoio" σε Ελληνικά
Οι διάδρομος, δίοδος, χoλ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "corridoio" σε Ελληνικά.
corridoio
noun
masculine
γραμματική
Corridoio o passaggio stretto mediante il quale si può accedere a delle camere.
-
διάδρομος
noun masculineLa porta è in fondo al corridoio.
Η πόρτα είναι στο τέλος του διαδρόμου.
-
δίοδος
noun feminineCampi di forza attivati in ascensori e corridoi di servizio.
Δυναμικά πεδία έχουν τοποθετηθεί σε όλους τους ανελκυστήρες και τις διόδους.
-
χoλ
noun neuter -
χολ
nounAndrò a sedere con quei pazzi in corridoio se solo me la lasci vedere.
Θα πάω να κάτσω μ` εκείνους τους παλαβούς στο χολ, αν μ` αφήσεις απλώς να τη δω.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " corridoio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "corridoio"
Φράσεις παρόμοιες με "corridoio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αίθουσα της φήμης
-
αεροδιάδρομος
-
δίοδος ζώων
-
Πολωνικός Διάδρομος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη