Μετάφραση του "corridore" σε Ελληνικά

Το δρομέας είναι η μετάφραση του "corridore" σε Ελληνικά.

corridore adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δρομέας

    noun masculine

    sportivo che pratica la corsa

    Io sono diventato uno dei corridori della staffetta del meeting sportivo autunnale.

    Έγινα και εγώ ένας δρομέας της σκυταλοδρομίας σε αυτούς τους αγώνες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " corridore " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "corridore" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "corridore" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη