Μετάφραση του "corsivo" σε Ελληνικά

Οι πλαγιος, Επισεσυρμένη γραφή, πλάγια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "corsivo" σε Ελληνικά.

corsivo adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλαγιος

  • Επισεσυρμένη γραφή

    stile tipografico

    A quanto pare, alcuni caratteri glagolitici derivano dal corsivo greco o dall’ebraico.

    Ορισμένοι γλαγολιτικοί χαρακτήρες φαίνεται να προέρχονται από την ελληνική ή εβραϊκή επισεσυρμένη γραφή.

  • πλάγια

    adjective

    Il carattere in corsivo neretto indica che gli obiettivi non sono stati conseguiti.

    Οι ενδείξεις με έντονα πλάγια τυπογραφικά στοιχεία δείχνουν ότι δεν επιτεύχθηκαν οι στόχοι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " corsivo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "corsivo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη