Μετάφραση του "corso" σε Ελληνικά
Οι λεωφόρος, πορεία, μάθημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "corso" σε Ελληνικά.
corso
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
Il trascorrere del tempo o degli eventi. [..]
-
λεωφόρος
noun feminineSudicio come un'autostrada corsa.
Διεφθαρμένος σαν κορσικανική λεωφόρος.
-
πορεία
nounUn impatto avrebbe cambiato per sempre il corso della storia della Terra, e il destino dell'umanita'.
Μια σύγκρουση θα άλλαζε την πορεία της Γης για πάντα μαζί και την μοίρα του ανθρώπου.
-
μάθημα
noun neuterDei convenuti, solo l' università di Liegi impartisce corsi per il conseguimento della laurea .
Από τα καθών πανεπιστήμια, μόνο το της Λιέγης προσφέρει κύκλο μαθημάτων προς απόκτηση πτυχίου .
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αστική οδική αρτηρία
- τάξη
- ροή
- αντικείμενο
- κορσικανικά
- αυλές
- μαθήματα
- δόμος
- στρώση
- εγχειρίδιο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " corso " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "corso"
Φράσεις παρόμοιες με "corso" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αιγαιόγλαρος
-
αγώνας μετ’ εμποδίων
-
κινούμαι · σπεύδω · τρέξιμο · τρέχω
-
Εναλλασσόμενο ρεύμα · εναλλασσόμενο ρεύμα
-
τρέχων κατάλογος
-
Συνεχές ρεύμα · συνεχές ρεύμα
-
διαχείριση ποταμού
-
σε εξέλιξη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη