Μετάφραση του "cuoco" σε Ελληνικά

Οι μάγειρας, μάγειρος, μαγείρισσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cuoco" σε Ελληνικά.

cuoco noun masculine γραμματική

Colui che ha preparato un pasto. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μάγειρας

    noun masculine

    persona addetta alla preparazione e cottura dei cibi [..]

    Tom è un bravo cuoco.

    Ο Τομ είναι καλός μάγειρας.

  • μάγειρος

    noun masculine

    Una persona la cui professione è preparare del cibo per i clienti.

    Mi sembrano un po'troppi cuochi per una sola cucina.

    Εμένα μου ακούγεται σα να ήταν πολύ μάγειροι στην κουζίνα.

  • μαγείρισσα

    noun feminine

    Ve l'ho detto ragazzi, posso ancora essere il cuoco.

    Σας είπα μπορώ ακόμα να είναι η μαγείρισσα.

  • βράζω

    verb

    Sono io il cuoco qui.

    Εγώ βράζω τα φασόλια εδώ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cuoco " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "cuoco"

Φράσεις παρόμοιες με "cuoco" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cuoco" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη