Μετάφραση του "cuoio" σε Ελληνικά

Οι δέρμα, δερμάτινος, Ζωικό δέρμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cuoio" σε Ελληνικά.

cuoio noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δέρμα

    noun neuter

    Grandi lavori in cuoio — ad es. portadocumenti, mobili, valigie, bauli da viaggio

    Μεγάλα μεταποιημένα προϊόντα από δέρμα — π.χ. χαρτοφύλακες, βαλίτσες, έπιπλα, ταξιδιωτικά κιβώτια

  • δερμάτινος

    adjective

    Alla luce di quanto esposto, le misure antidumping sulle calzature in cuoio dovrebbero essere mantenute.

    Με βάση τα ανωτέρω, πρέπει να διατηρηθούν τα μέτρα αντιντάμπινγκ για τα δερμάτινα υποδήματα.

  • Ζωικό δέρμα

    materiale ricavato dalla pelle degli animali

  • ζωικό δέρμα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cuoio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "cuoio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cuoio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη